Συζήτηση  ανάμεσα στις ποιήτριες

Γιολάντα Πέγκλη και Ζωή Σαβίνα με το γλύπτη Βαγγελη Μουστάκα

 

 Γιολάντα Πέγκλη: Όχι επειδή μου ζητήθηκε, αλλά επειδή πιστεύω ότι ο Βαγγέλης Μουστάκας, είναι ο τελευταίος μεγάλος γλύπτης της Ελλάδας και λέγοντας μεγάλος, εννοώ είναι γλύπτης ο οποίος διαθέτει το προσωπικό του κυρίως ύφος και μέσα στα σύγχρονα και πολλές φορές υπερμοντέρνα έργα του, ενυπάρχει η παιδεία και η απήχηση του κλασικού.  Το οποίο τον σημάδεψε και το  υπηρέτησε,  όσο ελάχιστοι σύγχρονοι γλύπτες.

Η αξιολόγηση του έργου του είναι κατατεθειμένη από ευάριθμους σοβαρούς κριτικούς της τέχνης και άλλους πνευματικούς ανθρώπους οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το προσέγγισαν.  Θεωρώ λοιπόν ότι αρμοδιότερος για την σπουδαία αυτή αφήγηση είναι ο ίδιος ο Β.Μ. μιας και εκ της τέχνης του και από τη συνύπαρξη του με τη γυναίκα του ποιήτρια Ζωή Σαβίνα  (η οποία έχει τις περγαμηνές της στο λόγον) έχει και ο ίδιος τα ανάλογα πνευματικά προσόντα γι’ αυτό.

Πιστεύω λοιπόν ότι η συνομιλία αυτή που θα κάνουμε,  θα πρέπει να περιοριστεί σε ορισμένες εκ μέρους μας ερωτήσεις και νύξεις, ώστε να επιτρέψουμε στον ίδιο, ν’αναπτύξει τις ιδέες του και τη διαδρομή του κατά έναν τρόπο άλλωστε που όχι «σπάνια» εμείς τουλάχιστον, οι δικοί του άνθρωποι και οι στενοί του φίλοι απολαμβάνουμε.

Στο ξεκίνημα όλων των πραγμάτων ο Β.Μ. βρίσκεται μόνος ακόμα,  δηλαδή όχι με την οικογένειά του, η οποία σήμερα αποτελείται από τη Ζωή Σαβίνα σπουδαία ποιήτρια, τον μεγάλο γιό του Τζοβάνι Μουστάκα άριστο αρχιτέκτονα, την Ελένη Μουστάκα-Κολόκα γραφίστρια, με υψηλή αίσθηση της δομής του αντικειμένου της, και τον τρίτο γιό του,  τον Αλέξανδρο, εξαιρετικά ταλαντούχο ανερχόμενο ζωγράφο (η λέξη «ανερχόμενο» με την έννοια της ηλικίας και μόνο).

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν γι’ αυτήν την «θαυμάσια περιπέτεια» με τις χρονολογίες της, τους σταθμούς της και τις επιτεύξεις της.

    Ζωή Σαβίνα: Γνωρίζω Βαγγέλη, από τις αφηγήσεις σου, ότι από πολύ μικρός σχεδόν 7-8 ετών, είχες ένα πάρε-δώσε με την τέχνη,  δημιουργώντας κατασκευές,  όπως σφυρήλατα παιχνίδια, κόβοντας με ψαλίδι τενεκέδες λαδιού(!),  πλάθοντάς τους και αργότερα νεαρός στον Κεραμεικό, με καολίνη έπλαθες μικρές γλυπτικές συνθέσεις, οι οποίες σήμερα εντυπωσιάζουν ακόμα και εσένα!   Θυμάμαι ακόμα, αυτό που ώριμος κάποτε είπες «τώρα ήρθε ο καιρός να εκφράσω μέσα από τη δουλειά μου, όλα όσα αισθάνομαι για την ανθρωπότητα». Δηλαδή η γλυπτική, μπορεί να εκφράσει κάτι πνευματικό που μετατίθεται στην ύλη και αφορά μάλλον σε όλους.

Αυτή η επαφή με την ύλη και η μαρτυριάρα γλυπτική σου, με υποκειμενικό και όχι μόνον άγγιγμα, σε έφεραν στο σήμερα και σε προχωράνε στο «πέρα» του κόσμου.

Οι σπουδές όμως, μάλλον προηγούνται,  σωστά;  

    Βαγγέλης Μουστάκας:  Ας μιλήσω λοιπόν για τις σπουδές μου οι οποίες ξεκίνησαν το 1950. Μπήκα κατευθείαν στα εργαστήρια της γλυπτικής στην Α.Σ.Κ.Τ.  σχετικά μικρός.  Τελείωσα την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, Αθηνών –με αρκετές διακρίσεις.  Δάσκαλός μου ο Μ. Τόμπρος, ένας κορυφαίος γλύπτης,  στον οποίο οφείλω πολλά.  Συμμαθητές: Κατερίνα Χαλεπά,  Ρόζα Ηλιού,  Σ. Παππασάββας και ο Μεμάς  (Γεράσιμος)  Σκλάβος.  Εδώ, ας πω κάτι για μια συνάντηση που έγινε χρόνια μετά, με τον Μεμά  στου Φιλοπάππου,  σε μία «Μπιενάλε» που είχε οργανώσει η Ελλάδα.  Μόλις με είδε,  λίγο πριν  τα εγκαίνια, κατρακύλησε στην κυριολεξία, ήρθε μ’ αγκάλιασε λέγοντας μου «που είναι το έργο σου,  θέλω να δω τί κάνεις;»  –Δεν με κάλεσαν για να λάβω μέρος, του απαντώ.

«Τι έκανε λέει;  Βαγγέλη,  έλα στο Παρίσι, θα σε φιλοξενήσω,  έχω χώρο στο εργαστήρι μου, θα σε  πνίξουν αυτοί,  εδώ…».  «Αυτοί»,  είναι κάποιοι απ’ τους Έλληνες…

Η σπουδή στη σχολή για μένα ήταν αυστηρή,  στόχος να μάθω γλυπτική και να πλησιάσω τα διδάγματα των προγόνων μου.  

     Γ.Π.: Αυτό ήθελες από τότε;

    Β.Μ.: Ναι, Το προσπάθησα και ως ένα βαθμό,  το κατάφερα.  Το μέτρο τους τον κανόνα τους. Ήταν ευτυχισμένα χρόνια παρά την οικονομική  δυσκολία όλων,  εκείνη την εποχή, κι οπωσδήποτε ο πατέρας μου έκανε θυσίες,  όπως και η μάνα μου για τη σπουδή των παιδιών τους. Είχα τρία αδέλφια, εκ των οποίων ο Σπύρος μας χάθηκε 23 ετών, ήταν πιλότος της Πολεμικής Αεροπορίας κι έπεσε μ’ ένα F-84 G.  Σκάρτα αεροπλάνα, κι εκείνη την εποχή χάθηκαν αρκετοί φίλοι… Ένα πλήγμα που σημάδεψε όλη την οικογένεια.

Το τραγικό γεγονός έπαιξε το ρόλο του στην ψυχή μου,  που αργότερα εκδηλώθηκε και στο έργο μου. Τρία μνημεία «Πεσόντων Αεροπόρων» τρεις διαφορετικές συνθέσεις. Κανένα δεν είναι ίδιο με το άλλο, γιατί δεν μπορώ ν’αντιγράφω τον εαυτό μου.  Το πρώτο στην Δεκέλεια -Σχολή Ικάρων, το 2ο στην Τανάγρα,  και το 3ο  στην Πλατεία Καραϊσκάκη, στο κέντρο των Αθηνών, το οποίον είναι σφυρήλατο, μοναδικό  ως πρόπλασμα, σε μία συμβολική σύνθεση. Είναι μια μορφή -ο Πεσών,  που γλιστράει  επάνω σ’ ένα στοιχείο με τις έννοιες: τύμβος, πυραμίδα, φτερούγα αεροπλάνου. ΄Ολη η πυραμίδα ακουμπά μέσα σε νερό συμβολίζοντας  τη θάλασσα και εκτός της υπάρχει μια σφαίρα (ανοξείδωτο μέταλλο) σύμβολο της γης όπου γύρω της ο ΄Ικαρος  ίπταται.

Δεν δημιούργησα μια μορφή-πρόσωπο  συγκεκριμένο αλλά αόριστο, ώστε να δέχεται τη μορφή που θέλει ο κάθε ένας,  έτσι γίνεται πολυδιάστατη.  Επίσης δεν ίπταται εννοώ προς τα επάνω, αλλά, τιμώ τον Πεσόντα, δηλαδή τη «θυσία του», διαφορετικά αισθάνομαι ότι θα περιγελούσα την ιδέα «της πτώσης».  Η φιγούρα του Ίκαρου, έχει ατσάλινα αιχμηρά φτερά,  αυτά που έχουν  τα σύγχρονα αεροπλάνα κι  όχι τα κέρινα του μύθου –τα έχω ανορθωμένα στην πτώση τους,  σχηματίζοντας ένα πελώριο V αν θέλετε το σύμβολο της «νίκης» της ιδέας του Ανθρώπου και του ονείρου του να πετάξει  και έχει πραγματοποιηθεί έστω με τις προϋποθέσεις μιας πτώσης.

    Ζ.Σ:  Είναι εξαιρετικά  ενδιαφέρουσα αυτή η σύνθεση κι όσο περνάει ο καιρός επιβάλλεται στο χώρο, αυτό έχω να πω.  Εκτός αυτών  των σχεδόν παραδοσιακών μνημείων,  το θέμα του «Ίκαρου» σε απασχολούσε συνεχώς, το θυμάμαι  έντονα.  Τα αντικείμενα των κατεστρεμένων αεροπλάνων αυτά τα μεταπολεμικά υλικά που είχες περισυλλέξει, γέμιζαν τον κήπο μας.  «Κατακλύζουν τη  σκέψη μου  όλα αυτά ριγμένα στο χορτάρι, παίρνουν σάρκα» έλεγες, ξανά και ξανά  και με πάθος,  σχεδίαζες συνθέσεις  και λύσεις για την αξιοποίησή τους  σε καινούργια  γλυπτά κατασκευαστικά.  Τι όμορφος συνδυασμός οι ατσάλινες  έλικες, οι τουρμπίνες,  οι ρόδες,  τα γρανάζια κ.ά.. Οι βάσεις που σχεδίασες γι’ αυτά τα έργα, ομοιάζουν με «κάναβο», θα έλεγα ότι από μόνες αποτελούν έργο τέχνης.

Νομίζω ότι πολλά είπα,  αλλά τα θυμάμαι και ερεθίζουν τη μνήμη μου.  Μουστάκα σε ακούμε...

     Β.Μ. : Τόσα χρόνια μετά και  σωστά εντοπίζεις τα πεπραγμένα!  Με ξέρεις μέσα κι έξω…  Αργότερα να πω,  δουλεύω το θέμα του Ίκαρου σε ελεύθερες συνθέσεις, ηρωικές ή συμβολικές με αντικείμενα όπως ειπώθηκε πιο πάνω, από τουρμπίνες, έλικες, ή τροχούς, αεροθουμένων  και χαλασμένων αεροπλάνων και αυτή ήταν η σειρά «΄Ελικες» 1990-1993.  Στην περίπτωση αυτών των υλικών, γεννήθηκε μια άλλη σχέση, η «σχέση στοργής» ή «σχέση σωτηρίας» με το αντικείμενο.  Με αυτά τα «νεκρά αντικείμενα» ήμουνα αυτός που επέλεξε εξουσιαστικά να ζωντανέψει, ένα μέρος τους, θέλω να πω,  με την έννοια που ο Λάο Τσε εντοπίζει : « η κούπα γίνεται χρήσιμη από τον κενό της χώρο…» κι εδώ, κυρίες μου, μπαίνω στα «λημέρια» σας. 

 (ακούγεται ένα Μμμμ….)

Είναι τελικά αυτό που είπε πιο πάνω η Ζωή, το ψυχο-πνευματικό, μεταφέρεται στο  υλικό και γίνεται  τέχνη.

     Γ.Π.:  Ναι, ναι, θυμάμαι τον τενεκέ που έκοβες με το ψαλίδι κι έφτιαχνες τα σφυρήλατα παιχνίδια σου κι εκδηλώνεται αργότερα με όλα τα παραπάνω και τα επόμενα. Επίσης έχεις διδάξει, απ’ ότι θυμάμαι.  Πότε έγινε αυτό;

     Β.Μ.:  Αλήθεια. Δίδαξα ως καθηγητής τέσσερα χρόνια στο «Λύκειο Αθηνά» έως ότου πάρω την Κρατική Υποτροφία και φύγω, αφού πριν ένα μήνα παντρεύομαι τη Ζωή…

     Γ.Π.:  Ωραίο!

       Β.Μ.: Με την υποτροφία,  άνοιξαν οι ορίζοντες.  Εκείνο τον καιρό όσοι πήραν υποτροφία ήταν πολύ τυχεροί, άλλοι πήγαν Γαλλία άλλοι Ιταλία κι εγώ επέλεξα την Φλωρεντία, για 3 χρόνια, σε μια μητροπολιτική πόλη και γενέτειρα πολιτισμού,  «La cula dell Arte” (το λίκνο της Τέχνης) όπως ονομάζεται. Η υποτροφία μου αφορούσε στα Καλλιτεχνικά Χυτήρια γι’ αυτό και παρακολούθησα στο καλλιτεχνικό χυτήριο του Cavaliere, Bruno Bearzi,  κι έτσι διδάχτηκα την χαλκοχυτική.  Παράλληλα παρακολούθησα  στην Academia dell Belle Arti, γλυπτική, χαρακτική, διακοσμητική,  με σπουδαίους δασκάλους ( τον Berti, γλύπτη του Πάπα Ιωάννη και τον γλύπτη Albano).  Στην Φλωρεντία κέρδισα δύο βραβεία στη ζωγραφική, έκανα ατομικές εκθέσεις και ομαδικές, με τον De Kiriko, Rosai, Sofitsi, Sassu, Tosi, Gutuso, θα έλεγα την αφρόκρεμα  της Ιταλίας, πράγμα που τότε δεν το πολυκαταλάβαινα. 

Εκεί άρχισα να σκέπτομαι διαφορετικά.   Με πολιορκούσαν οι μνήμες μου  και σαν ξίφος με τρυπούσαν από παντού.  Για ένα δυο μήνες δεν μπορούσα να κοιμηθώ μέρα και νύχτα. Η Ζωή μου παραστάθηκε, φύλακας-άγγελος. Σιγά, σιγά και με το ένστικτο άρχισα να δίνω  σάρκα και οστά στις μνήμες μου, έργα όσο πιο ελεύθερα μπορούσα, εκφράζοντας την αλήθεια μου. Έπρεπε να ξεφύγω από τις εμφυτευμένες σπουδές μου.

       Γ.Π.:  Μια στιγμή, μια στιγμή, από αυτά που γνωρίζω και η Σαβίνα ζωγράφιζε.

Πές μας πως ακριβώς έγινε;

     Β.Μ.: Η Σαβίνα υπήρξε λίγο μαθήτριά μου.  Την γνώρισα χάρις στην επέμβαση της σκωληκοδήτιδάς μου!  Μικρό κορίτσι και οι φίλοι που μ’ επισκέπτονταν, μου την σύστησαν ως ταλέντο στο σχέδιο κι  έτσι άρχισαν τα μαθήματα στο εργαστήρι.  Σχετιστήκαμε αργότερα.

Είχε κι άλλα στοιχεία, έγραφε ποιήματα και θυμάμαι μου εμπιστεύτηκε ένα λεύκωμα με ποιήματά της ( πρωτόλεια τα λέει εκείνη) για να της σχεδιάσω δίπλα στα ποιήματα,  στη λουριδίτσα στην άκρη του φύλλου,  που είχε αφήσει. Έτσι με υποχρέωσε εκ του χώρου, να ξεφύγω από τις κλασικές γραμμές μου και να επιμηκύνω τα σχέδια.

Εκείνη ξεκινούσε το ποίημα με ένα κεφαλαίο  περίτεχνο γράμμα,  που πολλές φορές σκεπτόμουν, να μην σχεδιάσω- πειράξω,  γιατί και μόνο του έφτανε. Κι έτσι σιγά σιγά, όταν αυτός έρχεται, είναι αργά να τον απωθήσεις!  Περί έρωτος μιλάω (γέλια…).   

Μετά μπορώ να πω ότι αυτή η «ελευθέρωση» στάθηκε  ως προάγγελος,  όταν στην Φλωρεντία, πέταξα για το «πέταγμα» την κλασική μου παιδεία – την άφησα δίπλα μου, για να συναντηθώ με τον  αιώνα μου.  Η σπουδή,  ως θεμέλιο,  είχε  παίξει το ρόλο της.  

    Γ.Π.:  Το θεμέλιο, σωστά… Άρα μεταξύ των δυο σας δεν υπήρχε μόνο ο έρωτας αλλά και η πνευματική επαφή.

    Ζ.Σ.: …παρακαλώ!  ας μην ξεχνάμε ότι μπήκα και στην Academia dell Belle Arti,  στην διακοσμητική αλλά και χαρακτική.  Ότι έλαβα μέρος σε δυο εκθέσεις με κολλάζ,  στην Pistoia & Firenze, με τον Γαϊτη και τον Κεσανλή και  ήμουν η μικρότερη όλων…

   Β.Μ.: Το βεβαιώνω, το μαρτυράνε οι κατάλογοι των εκθέσεων (γέλια… για τη βεβαίωση…)

Σχεδίαζε πολύ δυνατά, είναι η αλήθεια, και τα πρώτα της κολλάζ τα είχε δει ο τεχνοκριτικός Τώνης Σπιτέρης, και του άρεσαν,  ξέρουμε  δε πόσο δύσκολος ήταν στην κρίση του.

Στην Φλωρεντία λοιπόν, συνεργάστηκα με τον αρχιτέκτονα Walter Grοpius (το γραφείο του στη Ρώμη), ανέλαβα δηλαδή  το σχεδιασμό  των διακοσμητικών ανάγλυφων του πανεπιστημίου της Βαγδάτης (μακέτες – ιδεογράμματα, κουφική γραφή κ.λ.π.), αλλά όταν μου ζητήθηκε να έχω μια διαρκή συνεργασία, την αρνήθηκα.  Δεν ήθελα να προδώσω την υποχρέωσή που είχα ως προς την υποτροφία.

Είχαμε συναντήσεις με σημαίνοντα πρόσωπα απ’ όλο τον κόσμο. Έλληνες που βρισκόταν στην παρέα ήταν, ο Καλαμάρας, ο Κολέφας, ο Σκλαβενίτης, ο Αντωνιάδης,  ο Πολυκράτης ο Τζοπανάκης, ο Πρύτανης της Α.ΣΚ.Τ. ο Γ.Παπάς,  κ.ά. και όσοι από το Παρίσι επισκεπτόταν τη Φλωρεντία και θυμάμαι το ζωγράφο Δανιήλ Γουναρίδη (τώρα Διευθυντή της Σχολής Βακαλό), την Υβόνη  Σιρμοπούλου,  τον Παρμακέλη κ.ά..  Εκτός αυτών, ξένους καλλιτέχνες που μαζί τους, γνωρίζαμε τον πολιτισμού ο ένας του άλλου,  θα λέγαμε ο κόσμος μιας παγκοσμιότητας. 

Δούλευα συνθέσεις στο ξύλο, στο γύψο, στη λινάτσα και κάποια στιγμή κατάστρεψα τα γλυπτά μου,  γιατί θύμιζαν Τζιακομέτι!  Επ’ ουδενί ήθελα αυτό να λογαριάζεται ως «επιρροή» κι αυτό το αντιλήφθηκα  όταν επισκεφτήκαμε την Μπιενάλε  στην Βενετία , να δούμε τη συμμετοχή του Καπράλου. Εκείνη τη χρονιά αντιπροσώπευε την Ελλάδα, τον βόηθησα στο στήσιμο  και λίγο στην μετάφραση,  κάναμε παρέα,  κι ομολογουμένως είχε μεγάλη επιτυχία.  Σπουδαίος καλλιτέχνης. Μου έλεγε  «μωρέ Μουστάκα τί πουλάω μπατάκες*…» και γελούσε.  Πούλησε γλυπτά στην Bienalle,  πράγμα που δεν επιτρέπετε -τουλάχιστον φανερά… ΄Ετσι επιστρέφοντας πίσω στην Φλωρεντία έσπασα-κομμάτιασα τα γλυπτά, κι ας μην ήταν επιρροές. 

    Γ.Π.: Το να επηρεάζεσαι «εν μέτρω» αποβαίνει σε καλό πολλές φορές για την πορεία μας, εφόσον το κύριο βάρος είναι το δικό μας έργο.  Τελικά πρέπει μέσα στα έργα μας να διακρίνονται τα δικά μας καλλιτεχνικά και άλλα στοιχεία.

Είχες αρχίσει τότε να παράγεις έργο;

    Β.Μ.: Είχα φτάσει στο σημείο να κάνω πράγματα τρελά, μετά το σοκ που υπέστην.

Να μεταβώ δηλαδή από τα παραδοσιακά,  έως τότε,  στα ελεύθερα έργα. 

    Γ.Π.:  Αυτή σου η ανησυχία προήλθε από την καλλιτεχνική σου μεταστροφή;

    Β.Μ.: Ναι, ναι. Αφού είχα τις βάσεις, τις κλείδωσα –χωρίς να τις χάσω  -κι άρχισα να πραγματοποιώ  τα γεννήματα της φαντασίας μου. Η  ενασχόλησή μου με το κερί π.χ. στο χυτήριο, μου έδωσε  αφορμή να δημιουργήσω νέες φόρμες στα γλυπτά, απευθείας στο κερί.  Αυτές οι συνθέσεις αργότερα (1968) μου έδωσαν το  Χρυσό Μετάλλιο Γλυπτικής στη Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας.  Ένα γκρουπ  συνθέσεων, με πρώτη  τη «Νίκη» η οποία αποτελείτο σχεδόν από ακέφαλες μορφές, μια σύνθεση για το χρονικό της περιόδου 1968.  Έλαβα μέρος και σε άλλες αξιόλογες Μπιενάλε ανά τον κόσμο.

Όταν  λοιπόν επέστρεψα στην Ελλάδα,  δούλεψα στις Αναστηλώσεις Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στη Θεσσαλονίκη με τους Κολέφα, Καραβούζη, Τσιριγούλη κ.ά..  Περνούσαμε  τότε (1965) το φάσμα της πείνας κι έπρεπε να επιβιώσω ως άτομο, καλλιτέχνης, και οικογενειάρχης.  Είχαμε αποκτήσει ήδη δύο παιδιά.  

    Ζ.Σ. : …ναι θυμάμαι.  Ο  Shelley με παρηγορούσε  “Κράτα... ώσπου η ελπίδα να  /  κάμει το ναυάγιο, το όραμά σου!”   ή αυτό που έγραψα στο τέλος της «Αιχμής»  «Μπορεί κάποτε διαφορετικά να ’ναι  /  υπόσχεται ο πατέρας, / σαν πελεκά του νου του τα πλήθη» καταγκελτικό ποίημα,  αλλά βλέπετε « -η τέχνη αθωώνει τ’ όνειρο»  ακόμα και της πείνας…

Συνέχισε Βαγγέλη μου, συγνώμη…

   Β.Μ.: Ναι, συγχρόνως άρχισα να εκθέτω στην Γκαλερί «Διογένης»  στην πλάκα,  ορόσημο για μένα, η οποία είχε διεθνείς επισκέπτες-συλλέκτες, καθηγητές κ.ά.  Με επισκεπτόταν οι περισσότεροι και στο εργαστήρι μου. Είχα επιτυχίες, αγορές, γνώρισα σημαντικούς ανθρώπους,  όπως τον  W.H. Poteat, φιλόσοφο σπουδαίο συγγραφέα και καθηγητή ( στα βιβλία του, κάνει αναφορές στο όνομά μου), ο οποίος μου οργάνωσε ατομική έκθεση στο Duke Art Museum, N. Caroline στις ΗΠΑ (1970) με μεγάλη  επιτυχία ενώ συγχρόνως μου ζητήθηκε να δώσω σεμινάρια  Γλυπτικής στο Πανεπιστήμιο του Duke University, της N. Caroline, και στο Temple University of Philadelphia.

Έκτοτε βρισκόμουν σε οργασμό, συνθέτοντας έργα μεγάλα και σε όλες τις ύλες, χαλκό, σίδερο, μάρμαρο, αλουμίνιο, ανοξείδωτο μέταλλο κ.ά.,  λαβαίνοντας μέρος σε εκθέσεις νέων καλλιτεχνών με επιτυχία ομολογώ, ή σε διαγωνισμούς όπου κέρδιζα τις πρώτες θέσεις με τις συμμετοχές μου και φυσικά  αναλαμβάνοντας την πραγματοποίηση στο χώρο τους, να πω εδώ ότι οι διαγωνισμοί  είναι ευεργετικοί ιδιαίτερα για τους νέους καλλιτέχνες γιατί σου δίνουν μια ευκαιρία, έστω κι αν διακινδυνεύεις να χάσεις.  Δεν θα αναφέρω τους ανδριάντες ή τις προτομές, που παίζουν κι αυτά τα έργα έναν αφυπνιστικό ρόλο .  Δηλαδή ο καλλιτέχνης πρέπει να  τραβήξει μέσα από το μοντέλο, την ψυχή-ιδιοσυγκρασία του και πολλές φορές η προτομή ή ανδριάντας,  αναδεικνύει περισσότερα στοιχεία του χαρακτήρα του μοντέλου -από το ίδιο το μοντέλο.

Έτσι λοιπόν άρχισε το καλό παιχνίδι της τέχνης,  πατώντας στα πόδια μου, κοπιάζοντας πάντα υπέρμετρα.

   Ζ.Σ.: Ο Μουστάκας τελικά, παίρνει αφορμές από τα γεγονότα και τα μεταβάλλει σε τέχνη.  Δεν βλάπτει, να τονίζεται και το χείριστο στην τέχνη γενικά,  προς αποφυγή. Ας δούμε την  « Cuernika» του Πικάσσο,  έδωσε το  συμβάν  σε έναν πίνακα που τσακίζει κόκαλα.

    Β.Μ.: Έχει δίκιο η Ζωή. Υπάρχει το έργο μου «Σαρκοφάγος -το τρένο» (μνήμες παιδικές της κατοχής) που μαρτυράει το γεγονός. «…Οι κλούβες με τους ετοιμοθάνατους να στοιχίζονται επιθανάτια.  Ως γλύπτης-δημιουργός διασώζει τις ψυχές ως βρέφη εσπαργανωμένα. ΄Ετσι σ’ αυτήν την περίπτωση, ο γλύπτης είναι και δημιουργός και σωτήρ»  γράφει σε κριτικό σημείωμά του γι αυτό το έργο μου εκτός των άλλων,  ο Νίκος Μουτσόπουλος (Αρχιτέκτονας Καθηγητής του Παν. Θεσ/νίκης).  Θυμάμαι επίσης,  όταν ο Καπράλος είδε την «Σαρκοφάγο -το τρένο» στάθηκε όρθιος με ανοιχτά τα πόδια μπροστά στο έργο και με τα χέρια σταυρωτά στο στήθος,  λέει κοιτάζοντάς με « Δεν μου λες βρε Μουστάκα,  όταν σήμερα κάνεις αυτό το έργο, τι θα κάνεις μετά από δέκα χρόνια;…».  Στην ίδια έκθεση το έργο είχε εγκωμιάσει έντονα και ο Ζογγολόπουλος.

Επίσης το «μνημείο της Εθνικής Αντίστασης» (μνήμες κατοχής –η Ελευθερία, μια μάνα με το παιδί ακουμπισμένο κατάσαρκα στο στήθος και ο κρεμασμένος. Μικρός είδα να κρεμούν τους 10 οι Γερμανοί, μαζί και το φίλο μας το Στέφανο, σε κάποιο μπαλκόνι της Τρίπολης.  Έργο δωρικό,  οι φιγούρες παράλληλες ως κολώνες, περικλείουν ασφυκτικά την έννοιά τους,  το μνημείο αυτό είναι στημένο στην παραλία της Θεσ/νίκης,  λίγο πιο κάτω από τον Μέγα Αλέξανδρο.

Οι άνθρωποί μου είναι πάντα από σίδερο,  μεταπλάθω τις αξίες και την ιστορία, τα γεγονότα ή τα σύμβολα.  Γίνονται η αφορμή να ξεφεύγεις από την καθημερινότητα των κοινότυπων περιγραφών  -ο άνθρωπος ως ομοίωμα του εσταυρωμένου-.  Σημασία έχει, όχι η αφορμή, αλλά το αποτέλεσμα. Είναι άκρως  ενδιαφέρουσα η επαφή, η πάλη με το  υλικό. Σε παρασύρει και το παρασύρεις και όπως κατά τον Αριστοτελικό  ορισμό, η πρώτη ύλη εμπεριέχει «δυνάμει» το έργο  -την αποδεσμεύεις…

    Γ.Π. : Χρειάζεται να πούμε, ότι μια παρουσίαση ενός καλλιτέχνη με τόση δράση και αντιδράσεις, πώς να την μαζέψεις -ως χρόνο ή σελίδες. Θα ξεχαστούν ή θα παραλείψουμε πολλά, αλλά έστω να μας αναφέρεις κάτι για τα «τα στημένα» έργα,  όπως εσείς οι γλύπτες ονομάζετε.

Έχεις δουλέψει αντιπολεμικά θέματα,  μεγάλα μνημεία,  εκθέσεις,  έλαβες μέρος σε αρκετές σημαντικές Μπιενάλε,  ξεχωριστά τα ελεύθερα έργα, τα σφυρήλατα, οι πολύ ενδιαφέρουσες συνθέσεις με τη μέθοδο του κεριού,  τα μετάλλια και άλλα.

Τί να πρωτοθυμηθώ;  τους μεγάλους μαρμάρινους όγκους, όπου σκάλισες  απευθείας μορφές χωρίς πρόπλασμα, όπως το «Φαέθων» ή το «Μπλόκο» στην αυλή σας.  ‘Οσο για τα μικρογλυπτά ας μην τα αναφέρουμε αν και αυτοί που τ’αγοράζουν θα πρέπει να αισθάνονται τυχεροί, γιατί είσαι ο μοναδικός που έχει ελάχιστες σειρές από αυτά κι εννοώ τα πολλαπλά.

Και ας αναφέρω επιπλέον, ότι εμείς (Πέγκλη, Σαβίνα) δεν «ποζάρουμε» ως θεωρητικοί, μιλώντας για μορφολογίες των όγκων της γλυπτικής ( αν και κάπου βγαίνει). Εστιαζόμαστε περισσότερο στην περιπλοκότητα των παραβολών, και της προοπτικής ενός έργου τέχνης στον σύγχρονο κόσμο μας.  Αν θέλεις στην απήχηση, που μπορεί να έχει ένα καλό έργο -αντοχή στο χρόνο και στον κόσμο, στον απελπισμό του ή όχι,  που, αν μη τι άλλο ο δημιουργός (και στην ποίηση) έχει υποχρέωση, δεν έχει;  να αγγίζει, εκτός, τα του  «ευατούλη» και τον έξω κόσμο.  

Δεν είναι ένας διακοσμητής.   

    Ζ.Σ.:  Συμφωνώ.  Η συμπεριφορά αυτή προκύπτει μέσα από τη διαδρομή του Βαγγέλη. Πάντα πραγματοποιεί τις ιδέες του και δεν νοιάζεσαι αν θα αγοραστούν, αν αρέσουν  -πάει  εμπρός-πίσω…  Με λίγα λόγια Μουστάκα, δρας υπαινικτικά ή ρεαλιστικά ως δημιουργός  πλάθοντας τον κόσμο σου. Πιστεύω πως ακόμα κι ένας να μην ενδιαφέρεται γι αυτό που δημιουργούμε και για την ποίηση πιστεύω, όπως κι εσύ είπες, ισχύει το ίδιο,  εμείς δουλεύουμε, έξω από την λογική και μέσα ή εκτός συνόρων, είναι μια τζούρα οξυγόνο,  στο ασθμαίνον σώμα μας.

Για ν’ αλλάξουμε κλίμα, μίλησέ μας λοιπόν Μουστάκα, για το μεγαλύτερο γλυπτικό διαγωνισμό που έγινε στην Ελλάδα, το μνημείο που κέρδισες κι έστησες στη Θες/νίκη,  το Μνημείο «Μέγας Αλέξανδρος».

    Β.Μ.: Ήταν ένας διαγωνισμός που γινόταν για τρίτη φορά. Τις δυο πρώτες, δεν είχα λάβει μέρος και δεν υπήρξε αποτέλεσμα.   Στην επιτροπή ήταν κι ο θαυμάσιος Μανώλης Ανδρόνικος ο Αρχαιολόγος.  Εγώ έλειπα στην Ιταλία και με πληροφόρησε ο Δημήτρης Καλαμάρας,  ότι, ετοιμάζονται για τον τρίτο διαγωνισμό.  Έλαβαν μέρος 25 Έλληνες γλύπτες με 27 προπλάσματα (1969-1970), γιατί κάποιοι παρουσίασαν περισσότερες από μία μελέτη. Κράτησε μεγάλο χρονικό διάστημα.

Παρουσιάσαμε :  1ο  στάδιο,  1.25μ  ύψος,  2ο  στάδιο, 2.50μ,   3ο στάδιο,  4.00μ.  Όλα αυτά τα προπλάσματα σε γύψο.

Σκέτη τρέλα, δεν έχει ξαναγίνει αυτό. Τελικά επιβραβεύτηκε η δική μου πρόταση.

Έτσι πραγματοποιώ το έφιππο (6.00μ, ύψος και  7.00μ, μήκος) και τον περιβάλλοντα χώρο του μνημείου (30.00 Χ 23.00 Χ 11.00μ.) με τις Σάρισες και τις Ασπίδες καθώς και το ανάγλυφο  με την «Εν Ισσώ Μάχη» (10μ), που περιλαμβάνει η σύνθεση 45 μορφές σε εξέλιξη και συμπληρώνει τον όλο χώρο.  Δημιούργησα μια Γλυπτική Χώρου.  Με απασχολεί, με ενδιαφέρει, όχι μόνο το έφιππο, αλλά και ότι πλαισιώνει το κυρίως στοιχείο: σάρισες, ασπίδες, και οι σκιές τους. Θέλω να δουλεύουν ως οπτασίες.  Μου αρέσουν αυτά τα στρογγυλά των ασπίδων, σε σχέση με τα τετραγωνισμένα σχήματα, όπως η βάση και οι πεσσοί στο υπόβαθρο. Ήθελα, καθώς ο επισκέπτης, θα περνάει ανάμεσα από το έργο-μνημείο, να τον αγγίζουν οι σκιές τους, να δουλεύουν κατακόρυφες και κινούμενες απ’ τη φορά του ήλιου, να κάνουν την ακινησία - κίνηση.

Να συμπληρώσω ότι στις σάρισες, μαζί με τους κύκλους –ασπίδες σε παράταξη 5 και 3 είναι χαραγμένα επάνω, έκτυπα, τα σύμβολα: μέδουσα, φίδι, αετός, γεράκι, ταύρος. Ενδεικτικά σχήματα, των στρατιωτικών σωμάτων του Αλέξανδρου.

Το έφιππο σε δύσκολη πόζα. Στηρίζεται ο Βουκεφάλας -όρθιος, μόνο στα πίσω πόδια, δίχως κανένα τέχνασμα,  όπως κάποιες φορές τα έφιππα για να στηθούνε στα δύο πίσω πόδια (σε ανόρθωση) ακουμπά κάτω η ουρά για στήριξη,  ή βοηθάει κάποιο άλλο στοιχείο.

Γεωμέτρησα στο έφιππο τις φόρμες κι ήθελα ένα άλογο «θηρίο» έξω από το πραγματικό. Έναν Αλέξανδρο μυθικό και βασιλιά, μεγαλόπρεπο, επιβλητικό, ορμητικό και σε ανάταση οραματισμού, και αυτά ήταν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.  Σε θέση επιθετική, κρατάει το σπαθί, το οποίο θα μπορούσε να είναι σύμβολο της κοπής-λύσης του «γόρδιου δεσμού».

Το έφιππο εγγράφεται σε κύκλο.  Θέμα τολμηρό και πολύ δύσκολο,  χρειάστηκαν μελέτες για την στήριξή του. Η ουρά του αλόγου αντισταθμίζει τα εκτεταμένα μπροστινά πόδια του Βουκεφάλα, η μπέρτα ισορροπεί με την κεφαλή του (αλόγου) που εκτείνεται, γιατί το κέντρο βάρους – η ισορροπία, έπρεπε να ζυγίζει τέλεια μεταξύ των οπλών του αλόγου.

Πέντε τόνους βάρος και σχεδόν να αιωρείται!  Η στατική μελέτη ήταν ακριβής, κάθε τετραγωνικό μέτρο επιφάνειας, αντέχει 36 τόνους πίεση ανέμου, ας μην  ξεχνάμε το Βαρδάρη όπως και το σεισμό που ήδη δοκίμασε… Τελικά αυτό το έργο  είναι ιστορικό, συντηρεί  και υπενθυμίσει.  Αναπνέει διαχρονικά, δηλώνει την Πατρότητα της Μακεδονίας μας, κάνει αναφορές στην ιστορία της,  στη φυσιογνωμία της.  Ακόμα παραπέμπει  στη φιλοσοφία  δια μέσου του δασκάλου του Αλέξανδρου, τον Αριστοτέλη.  Όλα αυτά μαζί, μπορώ να πω σήμερα,  ότι, το «θράσος» μου, ήταν μεγάλο, καθώς αποφάσισα αυτήν την παράτολμη σύνθεση. Ήμουν μόλις 40 χρονών.

Έχω δουλέψει το θέμα και σε διαφορετικά μεγέθη,  παραδοσιακά,  ελεύθερα ή πολύ μοντέρνα.

Γ.Π.: Δεν είχες «θράσος», αλλά πίστη στον εαυτό σου.  Η τόλμη της νεότητας. Oι πρόγονοί μας έλεγαν «Τόλμα, αύθις τόλμα»   όσο για το άλογο, γνωρίζω,   ότι είναι  ένα από τα αγαπημένα σου θέματα, κάτι που γνωρίζεις πολύ καλά, τα σχέδιά σου με άλογα -το μαρτυρούν. Νομίζω ότι είναι από τα δυσκολότερα θέματα ο σχεδιασμός τους.  Άλλο τώρα που εσύ τα σχεδιάζεις –από πάνω ή στο πλάι,  όρθιο ή να πέφτει,  να σου επιτίθεται ή να χαϊδεύεται,  πολλά μαζί ή λίγα, σε σύνθεση…  Οι προγονικές κυτταρικές μνήμες;  Μια ματιά στο Νέο  Μουσείο της Ακρόπολης, τί δεν μαρτυράει.

Τα άλογα λοιπόν, αλλά και ο τροχός επίσης,  είναι μέσα στη γλυπτική σου, και βρισκόμαστε σε μία πολλαπλότητα αναζητήσεων και συνδυασμών  δηλώνοντας ομορφιά και αγώνα.  

Το τελευταίο έργο που έστησες στο Περιστέρι  «Κούρος Ισορροπιστής» του οποίου τ’ αποκαλυπτήρια έκανε ο Πρόεδρος της Ακαδημίας κ. Πάνος Λιγομενίδης. Βλέπουμε τον άνδρα να ισορροπεί σε μια δοκό με δύο τροχούς, με τα χέρια ανοιχτά ως εσταυρωμένος.  Θαυμάσια σύνθεση και μήνυμα που καταγγέλει την «κινδυνεύουσα» ζωή,  τη χαμένη μας ισορροπία.  Ή την «Εποχούμενη»  η -διαρκής έμπνευση-  το έργο που τώρα ετοιμάζεις για το Μετρό, μια σύνθεση μαζί με άλλα 3 γλυπτά,  στο «Μεγάλο καθιστικό» όπως το ονομάζεις  και, μόλις έφερα στο νου μου «Το Αρχέτυπο» κατασκευαστικό ή το λέτε «κονστρουκτιβιστικό»; αυτό το έργο σου –και αυτό μνημειακών διαστάσεων. Θα έλεγα συνδυάζεις και αφαιρετικά θέματα με νέες εκφραστικές προεκτάσεις.

Βλέπω Μουστάκα, ότι σε γοητεύει το -μέγεθος- και αυτό δίχως άλλο είναι η «αποσκευή» του εσώτερου μεγέθους σου,  το οποίον μεταφέρεται ως έκθεμα υποβολής!

    Β.Μ.: Σ’ευχαριστώ  Γιολάντα. Είναι η αλήθεια.  Τολμάω το μέγεθος και δεν είναι εύκολη υπόθεση. Καταρχήν να πω και το άλλο,  ότι δεν επιμένω πολλά χρόνια σ’ ένα είδος. Δεν το μπορώ. Αναζητώ, να προλάβω θες;  να εκφράσω ότι υπάρχει μέσα μου, ή ότι γύρω μας συμβαίνει και πολλά συμβαίνουν που δεν  αφήνουν αδιάφορο, πιστεύω, έναν δημιουργό.  Εδώ γίνομαι Ηρακλειτικός και στις ίδιες προσταγές αφήνομαι, κυλάω στο ποτάμι…

Δουλεύω ότι με ενθουσιάζει εκείνη τη στιγμή.  Δεν αντιγράφω τον εαυτό μου, αφαιρετική ή παραδοσιακή σύνθεση, ιδεαλιστική ή ρεαλιστική και καμιά κριτική γνώμη δεν με κρατά μακριά από αυτό που εκ των ένδον με ωθεί…     

Τώρα,  κουβεντιάζοντας,  πεταγόμαστε από το ένα, που φέρνει το άλλο...  Ναι όλα, είτε πρόκειται για μνημειακές συνθέσεις είτε για αναγωγές στη σφαίρα του καθαρού στοχασμού, προϋποθέτουν απ’ την πλευρά του θεατή,  εγρήγορση και συμμετοχή στα δρώμενα ή αν θέλετε  στο ιστορικό γίγνεσθαι του κόσμου μας. Υπάρχει ένας άξονας που κινεί τον κόσμο των ιδεών μου μαζί με ένα ευρύτερο φάσμα ακτινωτών αλληγοριών ή μυθικών θεμάτων –δείτε θέματα πάντα γοητευτικά το : «Ορφέας κι Ευριδύκη», «Μινώταυρος»,  «ο Δον Κιχώτης στο Διάστημα», «Οδύσσεια», «Αλκυονίδες», «Ερινύες» κ.ά..  Ωστόσο, δεν είναι η αφήγηση και το σύμβολο που δίνει κανείς,  αλλά ο τρόπος που  πραγματοποιεί τη γλυπτική λύση.  Αυτό πρωτεύει.  Η γλυπτική είναι στερεή ύλη, αλλιώς θα ήταν σαν ένα πήδημα στο κενό!

Τουλάχιστον η γλυπτική που ξέρω και δουλεύω –γλυπτική κοπιαστική, ιδιαίτερα τα μεγάλα σφυρήλατα, κάποια εποχή είχαν επιφέρει κόπωση στους μυώνες μου. 

 

   Ζ.Σ. : Το σφυρί επάνω στο αμόνι,  ντακ, ντουκ μορφοποιώντας τις λαμαρίνες του μπρούτζου, ακουγόταν  σε όλο το χώρο, από τον κήπο έως στο εκθετήριο  και επάνω και έως παραπάνω στα δωμάτια των παιδιών …   Από αυτά τα πρώτα σχεδόν  σφυρήλατα έργα σου είναι,  «ο  Άνθρωπος και το πουλί» (στο μουσείο Βορρέ), αιχμηρό θα το έλεγα και σαφώς προφητικό και οι δυο κλεισμένοι στο κλουβί,  δραματικό και μ’ έμφαση στο περιεχόμενο, κατορθώνεις την προβολή,  της σύγκρουσης με την εξέλιξη μας.  Και η «Αθηνά», που έστησες  στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών, το «Δον Κιχώτης στο Διάστημα», αλήθεια αυτοί είμαστε;  Ή την «Ανθρώπινη Ασπίδα»  -η ισχύς εν τη ενώσει,  ή το «Καράβι», και άλλα που ο χρόνος δεν μας επιτρέπει ν’ αναπτύξουμε...

   Β.Μ.:  Υπάρχουν ακόμα τα σφυρήλατα « Ίκαρος Ι και ΙΙΙ» (στο Τατόϊ και της Αθήνας) σε διαφορετικές χρονολογίες, αλλά σαν απάντηση το ένα στο άλλο και ταυτόχρονα με διαφορετική ερμηνεία του θέματος, το «Παγκόσμιο Σύμβολο» σε μια προσπάθεια, αυτήν την τάσης της γυναίκας να υπερβεί τα όρια μα καταλήγει σε ότι την αρνείται, «εσταυρωμένη», αυτό είναι στημένο στους Αμπελοκήπους.  Στην Κύπρο, το μνημείο του ήρωα Κυριάκου Μάτση,  όπου εκτός του ανδριάντα, έχω σφυρήλατη την έκρηξη.  Μια θεατρικότητα στην αφήγηση του συμβαίνοντος, του Ήρωα, το τελευταίο θύμα των Εγγλέζων. Υπόγεια,  στο χώρο λοιπόν, υπάρχει και το  «κρησφύγετο» εκεί που δολοφονήθηκε,  προδόθηκε,  είχε κι αυτός τον δικό του Εφιάλτη.   Εκεί και η «έκρηξη»,  είναι σφυρήλατη 7.50μ.  Ξεκινάει από εκεί, ξετρυπάει την οροφή  και σκάει επάνω   –επίγεια,  δίπλα στον ανδριάντα τον ΄Ηρωα.  Κάτω στο κρησφύγετο υπάρχουν επίσης 7 επιτοίχια, τα «θραύσματα» κρεμασμένα στους τοίχους και αυτά σφυρήλατα.  Αυτό το μνημείο βρίσκεται απέναντι από το Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου.

΄Ολα αυτά μεγάλων διαστάσεων –μνημειακών και πολλά άλλα μικρότερα, όλα σφυρήλατα. Θυμάμαι τώρα, την ατομική έκθεση στη Γκαλερί «Ζυγός» (1978 ) όλα τα έργα σφυρήλατα και  στη Τζια, ατομική έκθεση γλυπτικής με θέμα  «΄Αγγελοι»,  είχε μεγάλη απήχηση κι ας μην αριθμήσω άλλα. Ο δικός μου τρόπος είναι οδυνηρός και κοπιαστικός, απ’ τη στιγμή της σύλληψης έως την πραγμάτωσή της.  Δίνεις σε μια ύλη «νου» που τον εμπεριέχει και σε αντιπαλεύει.

     Ζ.Σ.:  Μπράβο Μουστάκα… ΄Ετσι είσαι και η  τέχνη σου δεν θεάται παθητικά τον κόσμο,  είναι μια τέχνη βαθύτατα στοχαστική.  Τα γλυπτά και τα θαυμάσια σχέδια σου,  είναι πολυφωνικά,  επεκτείνεσαι με ενέργεια και πληρότητα και στο λυρικό χώρο της ευσυγκίνητης ψυχής.  Γενικότερα η γλυπτική σου καταγγέλει και παράλληλα συμπαραστέκεται στον άνθρωπο της κάθε γης. Εδώ να σημειώσω ένα θέμα που αν θυμάμαι καλά, κανείς δεν εντόπισε, ακόμα κι ο ίδιος ο καλλιτέχνης, εσύ, ίσως δεν έπραξες συνειδητά. 

Από τα τελευταία έργα  σου είναι οι στήλες , τελευταίο, το «Ανεμούριο» (4.50μ ύψος), στημένο στην Ελληνογερμανική Αγωγή,  είναι η εξέλιξη της κλούβας της Σαρκοφάγου. 

Η Σαρκοφάγος  εξελίσσεται οριζόντια με τις 45 μορφές  θανάτου,  σφυρήλατες σε σίδερο.  Η Σαρκοφάγος κυκλώνεται νοητά από βέργες που υποδηλώνουν το χώρο, κι άλλες  κάθετες ως έμβολα.  Στις στήλες με τους «Αγγέλους» (έκθεση στη Τζια –σχέδια και γλυπτά), μεγαλώνει το σχήμα και γυρίζει  σε ύψος –κάθετα σε σχεδόν μνημειακές διαστάσεις.  Κονστρουκτιβιστική προσπάθεια, βασισμένη σε γεωμετρικά στοιχεία,  σε αυτά κατακόρυφες μεταλλικές βέργες  σε αποστάσεις,  δηλώνουν το πλάτος -γίνονται κλουβιά,  μέσα στα οποία κλείνονται πλέον οι Άγγελοι,  Άγγελοι πολύμορφοι και πολύσχημοι.  Προχωράς και καταλήγεις στις «Στήλες γνώσεις» κι εδώ έχουν αφαιρεθεί τελείως οι ανθρώπινες μορφές, απομείναν οι μεταλλικές βέργες, ενώ προς την κορυφή εντάσσονται σχήματα-θέματα, που θυμίζουν  πουλιά, φτερά, ιδέες… Ουσιαστικά γίνεται μια σύγκλιση των θεμάτων προς την κορυφή-κέντρο ως αναβάθμιση προς το καθοριστικό – κέντρο Γνώσης.  Εξελικτική, γοητευτική,  η φορά της γλυπτικής σου στις «στήλες»

Από τα κατασκευαστικά σου το «Πέρασμα Μάγου», –πάλι με σωλήνες,  σε αυτό θα έλεγα γίνεται μία νύξη mentalist με τη σφαίρα και τις ροές –καμπυλωτών βεργών,  στημένο στην Ελληνογερμανική Αγωγή, (με γοητεύει προσωπικά το θέμα,  είχα γιαγιά Σαμάνα, γι αυτό ίσως μου μιλάει…).

 

      Γ.Π. : Και αντιλαμβάνομαι ότι μιλάμε τόση ώρα, μόνο για τα μεγάλα ή μνημειακά έργα. Ξεχάσαμε κάποια σουρεαλιστικά  όπως «το σύννεφο» ή το «Περιστεριώνας» που περικλείουν τόσα σύμβολα και αντιρρεαλιστικά χαρακτηριστικά. Έχουμε σχεδόν ξεπεράσει τα μεσαίου μεγέθους γλυπτά, προσπάθειες σε χαλκό ή δουλεμένα κι αυτά με τη τεχνική του κεριού όπως λέγεται κι ας αναφέρουμε τις «Αλκυονίδες», το «Διθύραμβο» πάλι βλέπω «μύθο»…  ή το «Συμφωνία Αιθέρων » με τις περιστρεφόμενες έλικες  από τρακαρισμένο αεροπλάνο(!) καταπληκτικό, μου επιτρέπεις Μουστάκα να θαυμάζω τα έργα σου…  Αλλά όπως κι αν έχει,        ο χρόνος,  δεν προλαβαίνουμε, και πώς να σε πιάσουμε  που ξεφεύγεις κάθε φορά.  Πολύ ζωή,  πολύ δουλειά,  δύναμη πανσπερμία,  εξουθενωτική η ανάγνωση ενός τέτοιου υλικού και ξέρω ακόμα ότι πολλάκις  έχεις φιλοτεχνήσει λογοτεχνικά βιβλία και ένα δικό μου καθώς και άλλων,  της Σαβίνας δε,  δεν το κουβεντιάζουμε, σχεδόν όλα, αλλά τελευταία έχεις …αντίπαλο τον Αλέξανδρο (γέλια…).

Σχέδια δυνατά και δεν ξέρω, αν οι γλύπτες λόγω της διαφορετικότητάς τους –ύλη, όγκο,  έχουν μια διαφοροποίηση στις γραμμές τους.  Τα δικά σου είναι πολύ σημαντικά κατά την γνώμη μου.  Σχέδια δυνατά, με χρώμα, ή σινική, οι μονογραμμές σου σε συνδυασμό με το χρυσό… Μας είχες πει ότι ο Φ. Φρανζεσκάκης είχε κάποτε πει για τα σχέδια σου  «έχουν σχέση με αυτά του  Κλίμτ…».  Τιμητικό, αλλά,  είσαι ο Μουστάκας, μοναδικός.

   Β.Μ. : Ναι συμβαίνει κι αυτό το γοητευτικό!  Ο Πλούταρχος μας έδωσε ένα απόσπασμα  του Σιμωνίδη -λες να ήταν Πόντιος;  αυτό το, "ίδης"… (η Σαβίνα γελάει, Πόντια γαρ) και μας λέει:

 «Σιμωνίδης: τήν μέν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπήσαν προσαγορεύει, τήν δέ ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν», τόσους αιώνες κοντά αυτά τα δύο, τόσα χρόνια κοντά οι δυο μας… Άσε που η Ζωή ψάχνει τα διάφορα «Μπλοκ» μου -έχει το ελεύθερο να επιλέγει, γιατί ξέρει πολύ καλά τι θέλει.

Υπάρχουν πάμπολα σχέδια, μιλάμε για μεγάλο αριθμό και σε χρώμα, καθώς και πίνακες μεγάλων διαστάσεων.

Υπάρχουν σχέδια μελέτες για γλυπτά που αυτή η ζωή δεν φτάνει για να τα πραγματοποιήσω.  Σωστά μου το ζητά η Σαβίνα,  δηλαδή να πραγματοποιήσω αυτά τα σχέδια σε -μακετούλες,  ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορούν να μεγεθυνθούν  και να πραγματοποιηθούν στο μέλλον. Μιλάμε για –πληθώρα όπως το είπες.

Θα ήθελα να κάνω μια μικρή παρένθεση, κάτι να πω για τις παρακαταθήκες και πόσο  αυτές φυλάσσονται στις Σχολές Καλών Τεχνών και τί παραδίδονται στους μαθητές (κι ας τα αφήσουν μετά στην άκρη) ή για το πού και πώς βαδίζει σήμερα η τέχνη και πώς να την αναπτύξεις σε χρόνο Π και Φ...

Μήπως τελικά κάνουμε  πισωγυρίσμα, κι ότι θεωρείται Avant-garde, « πρωτοπορία-καινοτομία»,  όσον αφορά την τέχνη, και τον πολιτισμό, θεωρείται από μερικούς σαν να είναι το σήμα κατατεθέν του μοντερνισμού. Η Avant-garde αποτελεί, πιέζει τα όρια,  του τί είναι αποδεκτό ως κανόνας.  Πολλοί καλλιτέχνες έχουν ευθυγραμμισθεί με αυτό  –που μπορεί να είναι ήδη παλιό;  Θεωρίες επί θεωριών κι ολόκληρα κατεβατά να εξηγούν αυτό που το αντικείμενο μόνο του, έπρεπε να δηλώνει.  Όπως ένα χαϊκού στη λογοτεχνία, μπορεί απέριττα να δηλώνει μόνο του αυτό που είναι, με μόνη διαφορά να ξέρεις πως γράφεται και να έχεις  ως αποτέλεσμα ένα καλό χαϊκού.  Άσε τα videos με τα οποία κατακλυζόμαστε  και είναι πολύ της μόδας.

Και επανέρχομαι στις ιδέες μου τις οποίες σημειώνω στο χαρτί με μονογραμμές, με σινική μελάνι και τέμπερες (γκουάς). Πάντα μελετώ ασταμάτητα τις συνθέσεις μου  και oι οποίες  μπορούν να πραγματοποιηθούν στην ύλη.

Στα περισσότερα έργα-γλυπτά τα ξεκινάω απευθείας στο μεγάλο μέγεθος  και μετά δημιουργώ τα μικρά που μοιάζουν με μακέτες,  δεν ξέρω ωστόσο γιατί δουλεύω έτσι, ανάποδα θα έλεγα.  Ενώ το μικρό-μακέτα,  ίσως γι’ άλλους να βοηθάει στη σύλληψη ή στη λύση της σύνθεσης.

Δεν με φοβίζει το μέγεθος και το μικρό μου βγαίνει εκ των υστέρων  ως παιχνίδι.

Η τέχνη,  η δημιουργία δεν έχει αρχή και τέλος.

Βαδίζω στο σύμπαν και ανοίγω τους δικούς μου δρόμους. 

Ας είχα δυο ζωές!  Κάποιος μπορεί να πει…

Ζ.Σ. :  …τις έχεις… τις έχεις,  αφού η μία είμαι εγώ !…

(ακούγονται γέλια...)